Έρχονται τα Ραγκουτσάρια

 

Διαφημιστείτε στα Ραγκουτσάρια Καστοριάς

Byte1 Technology Store

 
Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015 18:36

Άρθρο του συμπολίτη μας Ιωάννη Τσακιρίδη για την λέξη Ραγκουτσάρια που συμβολίζει τα Καστοριανά καρναβάλια

ΡΑΓΚΟΥΤΣΑΡΙΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΘΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΣΚΟΠΙΑΝΟΙ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ, ΕΚΔΟΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΛΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗΣ FYROM

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΘΙΜΟΥ

Μέσω αυτής της δημόσιας καταγγελίας-παρέμβασης, θα ήθελα να ενημερώσω τους πολίτες της γενέτειρας πόλης μου Καστοριάς για ένα παρασκήνιο οργανωμένης προσπάθειας να υποτιμηθεί και υποβαθμιστεί οτιδήποτε θυμίζει ελληνικό έθιμο στην ακριτική μας περιοχή. Αυτή η προσπάθεια ξεκίνησε εδώ και καιρό από άτομα ενασχολούμενα με τη δημοσιογραφία, επιστρατεύοντας απλούς πολίτες της Καστοριάς για την διάδοση ψευδών πληροφοριών που αφορούν το γνωστό έθιμο μεταμφίεσης του Δωδεκαημέρου «ραγκουτσάρια» ή «ρογκουτσάρια», άρδην ελληνικό έθιμο με βυζαντινές καταβολές, άρρηκτα συνδεδεμένο με τα ήθη και έθιμα των αρχαίων ελλήνων, το οποίο επιβίωσε ως τις μέρες μας. Άφθονο υλικό της προπαγάνδας τους αντλείται από την Σκοπιανών συμφερόντων εφημερίδα «Νόβα Ζόρα», όπου οι προθέσεις τους είναι εμφανείς μέσα από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν. Η μαύρη προπαγάνδα των εν λόγω ανθελληνικών «πυρήνων» που πηγάζουν κυρίως από τα σπλάχνα της πόλης, εκμεταλλεύεται το μεγάλο κενό στην συστηματική καταγραφή και αποτύπωση της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας, ώστε μέσω της αμάθειας και ημιμάθειας που διακατέχει πολλούς συμπολίτες μας να προσπαθεί να εδραιώσει και διαμορφώσει τη κοινή γνώμη. Στόχος των προπαγανδιστών είναι αρχικά να αναιρέσουν την ονομασία του εθίμου μεταμφίεσης «ραγκουτσάρια» σε «καρναβάλια», υποτιμώντας, περιθωριοποιώντας και υβρίζοντας, οποιονδήποτε έχει διαφορετική άποψη και επιχειρήματα από αυτούς. Μέσω της αλλοίωσης πρωτογενών εθιμικών αξιών και της αντικατάστασης τους με έθιμα υπερτοπικής, οικουμενικής σημασίας θέλουν να αποδομήσουν την ταυτότητα και τον τοπικό χαρακτήρα των ελληνικών δρώμενων, προσδίδοντας σλαβικό χαρακτήρα σε αυτά, επικαλούμενοι την ακουστική «ξενοφωνία» τους. Μέσα από αυτή την ασύδοτη προαγωγή ιδεών και πληροφοριών ενάντια στο έθιμο της πόλης Καστοριάς και η αντικατάστασή του με όρους και προσδιορισμούς επιτέλεσης ξενόφερτους, είναι η εξυπηρέτηση συμφερόντων της FYROM, ο πανσλαβισμός και η υποτίμηση των ελληνικών εθιμικών δρώμενων.

Οι προπαγανδιστές του εθίμου των «ραγκουτσαριών» προσπαθούν εμφανώς δια του τύπου, του προφορικού λόγου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να διαδώσουν ότι το εν λόγω δρώμενο είναι σλαβικό και πρέπει να εξαφανιστεί, χρησιμοποιώντας ως «χρυσούν εγκόλπιον» της πλαστής επιχειρηματολογίας τους την εφημερίδα «Νόβα Ζόρα», η οποία έχει στοχοποιήσει τα δρώμενα της πόλης και της ευρύτερης περιοχής. Είναι «άξιον εστί» να λεχθεί, ότι για να πείσουν για την ορθότητα των επιχειρημάτων τους προτάσσουν την ίδια «καταγωγή» τους την καταγωγή, ως φορείς της αυθεντικής αστικής γηγενούς κουλτούρας.

Για να πείσουν τον κάθε ανυποψίαστο συμπολίτη μας για την ορθότητα των λόγων τους, επιστράτευσαν κάποια διακριτικά επιχειρήματα, τα οποία και χρησιμοποιούν συστηματικά για την διάδοση των ιδεών τους:

Πρώτο τους μέλημα είναι να αποδείξουν ότι η λέξη «ραγκουτσάρια» είναι σλαβική. Για την επιχειρηματολογία τους κυρίως χρησιμοποιούν την άποψη ότι η λέξη είναι παράγωγο της «μακεδονικής-σλαβικής» λέξης rog που σημαίνει κέρατο και ότι «ρογκοτσάρι» σημαίνει κερασφόροι, όπου οι μετέχοντες στο δρώμενο μεταμφιέζονται σε ζώα. Άλλα γνωστά επιχειρήματά τους είναι ότι τα «ραγκουτσάρια» σχετίζονται με του Βογόμιλους εκ των οποίων προήλθε και η ονομασία «ντραγκουτσάρι» που σημαίνει αγαπητός. Την ίδια αντιμετώπιση για αυτούς έχει και η γνωστή σε όλους μας «παταρίτσα», τελευταία μέρα των «ραγκουτσαριών», για την οποία σκαρφίστηκαν την ιδέα ότι ήταν ένα σκήπτρο που κρατούσαν οι βασιλείς και δεσποτάδες, το οποίο οι ντραγκουτσαραίοι περιγελούσαν. Τις παραπάνω πληροφορίες οι «γνώστες» των εθίμων της Καστοριάς, αξιοποίησαν κυρίως από ένα άρθρο του Μάκη Γατόπουλου http://novazora.gr/arhivi/9393 «Ραγκουτσάρια ή Ρoγκοτσσάρι ή μήπως καστοριανό καρναβάλι;» 01.02.2014 στην εξελληνισμένη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας «Νόβα Ζόρα». Μεταξύ άλλων επιχειρημάτων τους ισχυρίζονται ότι η λέξη «ραγκουτσάρια» είναι «βάρβαρη», ότι οι άρχοντες καστοριανοί δεν ήταν «ζητιάνοι», και πολλά άλλα τραγελαφικά, το οποία με έντεχνο και πονηρό τρόπο θέλουν να μπολιάσουν στη συνείδηση των καστοριανών.

ΚΑΙ ΛΙΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ…

Η λέξη «ραγκουτσάρια» ή «ρογκοτσάρια» έχει λατινική προέλευση από την λατινική λέξη rogo «ζητω» ˃ rogator«ζητιάνος. Τα χρόνια του βυζαντίου οι μισθοί των στρατιωτών ονομαζόταν «rogae» και οι εν παραφθορά λέξεις «rogotaria» ή «ragotaria» είναι παράγωγες της προσδιοριζόμενης σε αυτούς που συγκεντρώνουν ρόγες δηλ. φιλοδωρήματα, μισθώματα. Όμως πως φθάσαμε σε αυτή τη διαμορφωθείσα κατάσταση του εθίμου; Τη περίοδο τη ρωμαιοκρατίας, αρχές Ιανουαρίου εορτάζονταν οι ρωμαϊκές «Καλένδες» προς τιμή του Κάλανδου, του Νόννου και του Ειδού , οι οποίοι ήταν πλούσιοι αδελφοί και σε καιρό πολέμου έθρεψαν τη Ρώμη. Εκείνη τη περίοδο, όπως αναφέρει το Ιερό Πηδάλιο των μοναχών Αγάπιου και Νικόδημου πραγματοποιούνταν διάφορες εορτές, οι οποίες έφεραν την ονομασία «Κάλαντα», των οποίων τα δρώμενά περιγράφονται από τους μοναχούς με κυνικό τρόπο «παίζοντες παιγνίδια, χορεύοντας εις τα θύρας των σπιτιών, περιπατούντες και πολλάς φλυαρίας, και ιστορίας γελοιώδεις, και στίχους τινάς τάχα προς τον Άγιον Βασίλειον τραγωδούντες». Αυτές οι εορτές των «Καλάνδων», υπήρχαν όμως από τα αρχαία χρόνια με ίδια επιτέλεση και άλλο συμβολισμό προς τιμή του Βάκχου και του Διονύσου, και τελούνταν τη περίοδο των Χειμερινών Διονυσίων. Με την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού ως επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 313 μ.Χ, εξαπολύεται επίθεση σε κάθε έθιμο που θυμίζει το αρχαίο παγανιστικό παρελθόν με τη βούλα της Εκκλησίας. Έτσι βλέπουμε ότι στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, θεσμοθετούνται αυστηρές απαγορεύσεις των ρωμαϊκών παγανιστικών εορτών, οι οποίες όλες έχουν τις ρίζες τους στα αρχαιοελληνικά εθιμικά δρώμενα. Ο Κανών ΞΒ’ της ΠΟΣ αναφέρει ρητά: «άς ούτω λεγομένας Καλάνδας, και τα λεγόμενα Βοτά, και τα καλούμενα Βρουμάλια, και την εν τη πρώτη του Μαρτίου μηνός ημέρα επιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ εκ της των πιστών πολιτείας περιαιρεθήναι βουλόμεθα. Αλλά μην και τας των γυναίων δημοσίας ορχήσεις, ως ασέμνους, και πολλήν λύμην και βλάβην εμποιείν δυναμένας, έτι μην και τας ονόματι των παρ' Έλλησι ψευδώς ονομασθέντων θεών ή εξ ανδρών, ή γυναικών γινομένας ορχήσεις, και τελετάς, κατά τι έθος παλαιόν, και αλλότριον του των Χριστιανών βίου, αποπεμπόμεθα, ορίζοντες, μηδένα άνδρα γυναικείαν στολήν ενδιδύσκεσθαι, ή γυναίκα την ανδράσιν αρμόδιον. Αλλά μήτε προσωπεία κωμικά, ή σατυρικά, ή τραγικά υποδύεσθαι• μήτε το του βδελυκτού Διονύσου όνομα, την σταφυλήν εκθλίβοντας εν ταις ληνοίς, επιβοάν• μηδέ τον οίνον εν τοις πίθοις επιχέοντας γέλωτα επικινείν, αγνοίας τρόπω ή ματαιότητος, τα της δαιμονιώδους πλάνης ενεργούντας. Τούς ουν από του νυν τι των προειρημένων επιτελείν εγχειρούντας, εν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, ει μεν κληρικοί είεν, καθαιρείσθαι προστάσσομεν• ει δε λαϊκοί, αφορίζεσθαι.».

Σε πρώτη φάση η εκκλησία κινήθηκε επιθετικά να εξαλείψει τα παγανιστικά δρώμενα, με αφορισμούς και περιορισμούς, όμως δεν τα κατάφερε καθώς η αντίδραση των γηγενών πληθυσμών σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ήταν μεγάλη καθώς οι αιώνες τήρησης των εν λόγω εθίμων είχαν μπολιαστεί στη καθημερινότητα και τη κουλτούρα των ρωμαίων και ελλήνων ως τρόπος ζωής. Σε δεύτερη φάση η εκκλησία, εφ΄ όσον διαπίστωσε ότι η κάθετη απαγόρευση του παγανισμού δεν έχει αποτέλεσμα αλλά τον πυροδοτεί ακόμα περισσότερο, αποφάσισε να ακολουθήσει μια πολιτική αφομοίωσης και ενσωμάτωσης των παγανιστικών δρώμενων, τοποθετώντας πάνω σε αυτές σημαντικές χριστιανικές εορτές. Παρατηρούμε εύλογα ότι οι σημαντικότερες χριστιανικές εορτές συμπίπτουν ημερολογιακά με τα σημαντικότερα αρχαία παγανιστικά έθιμα. Με αυτό τον τρόπο η Εκκλησία κατάφερε με το πέρασμα του χρόνου να εξαλείψει την παγανιστική δοξασία, όμως η γλεντική επιτέλεση παρέμεινε, όπως και τότε., βέβαια, υπό περιορισμούς, ώστε να μη θυμίζει τις παλιές δοξασίες.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΡΑΓΚΟΥΤΣΑΡΙΑ…

Τα «ραγκουτσάρια» ήταν μια αναγκαιότητα για να μπορέσει να διατηρηθεί η γλεντική δράση των αρχαίων παγανιστικών εορτών, οι οποίες όπως προανέφερα είχαν απαγορευθεί και οι παραβάτες αντιμετώπιζαν σοβαρές ποινές, περιθωριοποίηση, θρησκευτικό αφορισμό και κοινωνικό αποκλεισμό. Έτσι, την θέση των μαινόμενων βάκχων και διονύσων αντικατέστησαν λεβεντόκορμοι βυζαντινοί πολεμιστές, ετοιμοπόλεμοι και οπλισμένοι, υπερασπιστές της Χριστιανικής Ορθοδοξίας, οι οποίοι εξασφάλιζαν την εύνοια της εκάστοτε Επισκοπής και Ενορίας. Την περίοδο της οθωμανικής κτήσης, η εθιμική δράση στο άστυ της Καστοριάς τη περίοδο του Δωδεκαημέρου, μετουσιώνεται από τα «ρογκουτσάρια» ή «ραγκουτσάρια», φουστανελοφόροι πολεμιστές με ευζωνική ενδυμασία, κρατώντας μαχαίρια και σπαθιά, μπουλούκια οπλισμένα και σιδηρόφρακτα, πραγματικά ετοιμοπόλεμα. Οι «ραγκουτσιάριδες», οργανωμένοι σε μπουλούκι μαζί με τον αρχηγό τους, είχαν την αποδοχή της Ιεράς Μητρόπολης Καστοριάς. Αυτό διαπιστώνεται από το γεγονός ότι τη πρώτη μέρα του δρώμενου στις 6 Ιανουαρίου, κάθε Ενορία ετοίμαζε το δικό της μπουλούκι και πήγαινε να χορέψει στο προαύλιο της Μητρόπολης για να το φιλοδωρήσει ο Δεσπότης με σκοπό την συγκέντρωση χρημάτων-φιλοδορημάτων προοριζόμενα για την συντήρησή της. Οι «ραγκουτσιάριδες» δεν είχαν αποκλειστικά γλεντική υπόσταση αλλά κοινωφελή και ορθόδοξη συμπεριφορά αποδεκτή από την Εκκλησία. Σε αντίθεση με τους… ντραγκουτσαραίους που εξύβριζαν και περιγελούσαν το σκήπτρο των δεσποτάδων που επικαλείται η «Νόβα Ζόρα» και κάποιοι καστοριανοί ομοϊδεάτες της. Επίσης, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι για την ιδιοσυγκρασία των «ραγκουτσαριών» πληροφορούμαστε σημαντικά στοιχεία από το ανέκδοτο έργο του Αργύριου. Γ. Παπαδίσκου (1882-1955), «Παληά Καστοριανά Καρναβάλια», ο οποίος περιγράφει με διηγηματικό τρόπο το δρώμενο, ο οποίος τυγχάνει συγγενικό μου πρόσωπο καθώς υπήρξε αδερφός της προγιαγιάς μου Αθηνάς Παπαδίσκου-Χατζηγιάννη.

 

OΙ ΛΟΓΙΟΙ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΡΑΓΚΟΥΤΣΑΡΙΑ

Οι θιασώτες της σκοπιανής προπαγάνδας που διαδίδουν φήμες ότι τα «ραγκουτσάρια» είναι ξενόφερτα και σλαβικά, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να με δυσφημίσουν και υποτιμήσουν προσωπικά ότι είμαι «ψεκασμένος» και ότι όλα αυτά που λέω τα «φαντασιώνομαι» με λίγα λόγια ότι είμαι τρελός. Για όλους αυτούς έχω να αντιπαραθέσω τις γνώμες και απόψεις της ζωντανής παλιάς Καστοριάς που είναι οι άνθρωποι που αν και δεν βρίσκονται ανάμεσά μας, το έργο τους ακτινοβολεί και μας δείχνει ως φωτοδότης φάρος τον σωστό δρόμο να πορευθούμε και κρατήσουμε αναλλοίωτες τις ρίζες μας.

Ο Αργύρης Γ. Παπαδίσκος, (Καστοριά 1882-1955), γέννημα θρέμμα της Καστοριάς, ο οποίος διακρίθηκε στη ποίηση και τη λογοτεχνία, αναφέρει με διηγηματικό τρόπο στο ανέκδοτο έργο του «Τα Παληά Καστοριανά Καρναβάλια», όλο το δρώμενο των «ραγκουτσαριών», όπως αυτό λαμβάνει χώρα στη Καστοριά τη περίοδο 1900-1905, το οποίο και ονομάζει «ρογκουτσάρια». Ωστόσο, ο τίτλος του έργου του είναι καθαρά προσδιοριστικός καθώς το περιεχόμενό του ενέχει αναφορείς στα «ρογκουτσάρια» της Καστοριάς. Απόσπασμα: «Κοσμοπλημύρα γύρω γύρω στη πλατεία. Πολλοί όρθιοι στα πεζούλια του Αγιαντρά και άλλοι στα τοιχώματα του Μπάλτσου σεργιαντζήδες. Οι περισσότεροι είναι από τα γύρω χωριά που ήρθαν να απολαύσουν τα καστοριανά «ρογκουτσάρια».

Ο Ιωάννης Π. Μπακάλης (Καστοριά 1902-1956), γέννημα θρέμμα της Καστοριάς, βετεράνος της καστοριανής λαογραφίας, μουσικός, ποιητής, εκδότης εφημερίδων, συνεργάτης του Κέντρου Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας και πολλά άλλα. Θα μπορούσε μια ολόκληρη διδακτορική διατριβή να αφιερωθεί στον βίο και το έργο του εν λόγω διακεκριμένου συμπολίτη μας. Ο Ι. Μπακάλης, αναφέρει το δρώμενο μεταμφίεσης του Δωδεκαημέρου ως «Ρογκουτσάρια» στον πρώτο τουριστικό οδηγό που εξέδωσε το 1951 για την πόλη της Καστοριάς σ. 89-92. Με την ίδια ονομασία το αναφέρει και το 1954 στο δεύτερο τουριστικό έντυπο που εξέδωσε Τουριστική Καστοριά (Ιστορία-Εικόνες), σ. 42 «Εορται-Εθιμα-Πανηγύρεις… Ρογκουτσιάρια», καθώς και στο ανέκδοτο έργο του Καστοριά (1000 π. Χ-1950 μ. Χ) Μυθολογία-Ιστορία-Λαογραφία, «Καστοριανά Έθιμα Τα Ρογκουτσιάρια» σ.147-149. Είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε ένα ποίημα του Ι. Μπακάλη για τα «ρογκουτσάρια» της Καστοριάς που δημοσίευσε στην εφημερίδα του «ΟΡΕΣΤΙΑΣ» φ. 414 12.01.1955 στη στήλη «Καστοριανές Εικόνες» με τίτλο «ΡΟΓΚΟΥΤΣΑΡΙΑ»: «Στου Γάκη και στου Ντάγκανα, Πουλιόπλου, Παπαντίνα, στου Χατζηχρίστου, που να ιδής! τα παραθύρια σφήνα. Μπάμπες και νειές, αμέτρητες πιάσαν για το σεργιάνι της Παταρίτσας στο Ντουλτσό που κόσμο θα τρελλάνη. Τα ρογκουτσιάρια με βγελιά, άργανα και ζουρνάδες έστησαν τον τρελλό χορό και γέλια και σιακάδες. Τσιερανιέσμενοι με μπουγιές και με ζουμπλόβια άλλοι, πιο πέρα Μεγαλέξανδρος ο Πέτρος του Μπακάλη. Ο Καζαμίας με χουνιά περνά σαν αστρονόμος και με της Λένκως τον τζιουμπέ της Μάνταινας ο Σιώμος. Να κι’ η ομπρέλλα η τρανή κι εκείνος τραγουδώντας του Καρακώστα που περνάει τριαντάφυλλο φορώντας.»

 Ο Θωμάς Κ. Παπαθωμάς (Καστοριά 1872-1936), γέννημα θρέμμα της Καστοριάς, φιλόλογος καθηγητής του Γυμνασίου Καστοριάς τα χρόνια του μεσοπολέμου, εκδότης των Άπαντων του Αθ. Χριστόπουλου, ποιητής, λαογράφος και συνεργάτης της Εφημερίδας «Καστορία» του Θωμά Βαλαλά. Στο φ. 49 13.01.1924 της εφημ. «Καστορίας», ο. Θ. Παπαθωμάς δημοσίευσε ένα ηθογραφικό διήγημα με το ψευδώνυμο ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΑΚΕΔΝΟΣ, Αϊβασιλειάτικοι Ρουγκουτσιαραίοι, όπου περιγράφει γλαφυρά εικόνες από το δρώμενο κάνοντας αναφορά σε πρόσωπα και τοποθεσίες της πόλης της Καστοριάς με πλοκή διαλόγων σατιρικού περιεχομένου. Επίσης, στο φ. 406 01.01.1931 στην ίδια εφημερίδα δημοσίευσε άρθρο της φημισμένης στήλης του «Παληά Καστοριά» με τίτλο Αποζαρνοί Ρουγκουτσιάρηδες, κάνοντας αναφορά σε ένα μπουλούκι από το Απόζαρι, συνοικία της Καστοριάς, περιγράφοντας το δρώμενο με σατυρικό τρόπο και διάθεση. Ένα απόσπασμα: «Ειν’ αλήθεια πως ολ’ η Καστοριά καλομασκαρεύεται. Μα τα πρωτεία έχουν με τον Καρακώστα οι Δολτσινοί. Μετά τους Δολτσινούς όμως έρχονται οι Αποζαρνοί ντελμπετέρηδες. Αυτοί σκαρώνουν όλες τις ιδιότροπες τερατωδίες».

Κωνσταντίνος Α. Πηχιών (Καστοριά 1880;-1958;), γέννημα θρέμμα της Καστοριάς, υιός του Αναστάσιου Πηχιών, πρωταγωνιστή του πρώιμου Μακεδονικού Αγώνα στη περιοχή της Καστοριάς. φιλόλογος και Γυμνασιάρχης του παλιού Γυμνασίου Καστοριάς τα μεσοπολεμικά χρόνια, συγγραφέας βιβλίων τοπικής ιστορίας και τουριστικών οδηγών. Ο Κ. Πηχεών στον Τουριστικό Οδηγό της Καστοριάς του 1967 σ. 73, αναφέρεται χαρακτηριστικά στο εν λόγω δρώμενο: [«Λαϊκαί εορταί, αι οποίαι συνηθίζονται ακόμη στη πατρίδα μας είναι: 1) Των μεταμφιεσμένων, δηλαδή «τα καρναβάλια ή τα ραγκουτσάργια».] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πηχιών στην αναφορά αυτή χρησιμοποιεί έντονα γράμματα για να τονίσει τις λέξεις «των μεταμφιεσμένων» και «τα ραγκουτσάργια».Συνεχίζει εύλογα και λέει: «Καρναβάλια λέγονται αι εορταί των μεταμφιεσμένων, που γίνονται την περίοδον της απόκρεω κατά το νεώτερον έθιμον που ήλθεν εις την Ελλάδα κατά μίμησιν των άλλων δυτικών Ευρωπαίων. Carnavalλέγεται η απόκρεως και σημαίνει την άρσιν, την σήκωσι. την απαγόρευσιν του κρέατος. Αλλ’ η δική μας εορτή έχει σχέσιν με τας εορτάς του Δωδεκαημέρου… τα ραγκουτσάργια εις την πόλιν μας μέχρι προ ολίγων ετών εγίνοντο ενοχλητικά εις την απαίτησιν δώρου… Οι παλαιότεροι δε των επιζώντων ενθυμούνται, ότι ήρχιζαν από την νύκτα του Αγ. Βασιλείου και εδώ μεν εις την πόλιν διεκόπτοντο και επανελαμβάνοντο την εορτήν του Προδρόμου. Εις το Άργος Ορεστικόν όμως,… εξακολουθούν και την ημέραν της πρωτοχρονιάς και τας άλλας ημέρας.  Εδώ περιωρίσθησαν εις την 7η Ιανουαρίου, την εορτήν του Προδρόμου και την 8ην, η οποία ονομάζεται Παταρίτσα, διότι είναι το τέλος των εορτών.». Ο καθηγητής Πηχεών αποσαφήνισε άρδην ότι τα ραγκουτσάρια ξεκινούσαν από την 1η Ιανουαρίου, όπως σωστά κάνει αναφορά και ο Θωμάς Παπαθωμάς. Επίσης, είναι χαρακτηριστική η αναφορά του για το έθιμο του καρναβαλιού, το οποίο χαρακτηρίζει ξενικό.

Ιφιγένεια Γ. Ζωγράφου-Διδασκάλου (Καστοριά 1916- ), γέννημα θρέμμα της Καστοριάς, ποιήτρια και λαογράφος με πανελλήνια και διεθνή αναγνώριση. Το συγγραφικό έργο της είναι μια πραγματική πνευματική παρακαταθήκη για τη Καστοριά. Στο βιβλίο της Καστοριά, πατρίδα μου, 2002 σ. 184 αναφερόμενη στο δημοτικό τραγούδι της Καστοριάς παραδέχεται και αναφέρει την ονομασία του εν λόγω δρώμενα με την εξής φράση:  «Μα τώρα θα πάμε στο πιο τρανό καστοριανό γιορτάσι, στα «ραγκουτσάρια», στα καρναβάλια. Είναι η 7η Ιανουαρίου, ημέρα Αγιαννιού. Από τα παλιά-παλιά χρόνια τέτοια μέρα γιορτάζοταν τα καρναβάλια στη βυζαντινή πολιτεία». Η Ιφιγένεια Διδασκάλου χρησιμοποιεί προσδιοριστικά τον όρο καρναβάλια για να εννοήσει και σε κάποιον που δεν γνωρίζει το δρώμενο ότι σχετίζεται με έθιμο μεταμφίεσης. Παρόμοια αναφορά κάνει στην διάλεξή στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσό» των Αθηνών, όπου συνόδευσε την Χορωδία του Μ/Φ Συλλόγου Αρμονία με μαέστρο τον Βασίλειο Δόικο,Ιφιγένειας Διδασκάλου, Το Δημοτικό Τραγούδι της Καστοριάς, Μακεδονική Εστία, Αθήνα 1963 σ. 24.

Λουκάς Σιάνος (Καστοριά 1915-1989), γέννημα θρέμμα της Καστοριάς, φωτισμένος δάσκαλος, εραστής της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας, συλλέκτης τεκμηρίων και συγγραφέας βιβλίων με θέμα τη λαογραφία της Καστοριάς. Στο βιβλίο του Καστοριανές Εικόνες, Παλιά Καστοριά – Λαογραφία, έκδοση του Μ/Φ Συλλόγου Καστοριάς «Αρμονία» του 2006, στις σ. 56-58, πραγματοποιεί διεξοδική αναφορά για το εν λόγω δρώμενο αναφέροντας:[«Ραγκουτσάρια. Τις απογευματινές ώρες στις 8 του Γενάρη, την επαύριο της γιορτής του Προδρόμου, αν βρισκόταν κανείς στην πλατεία του Ντολτσού, δεν θα μπορούσε ούτε βήμα να προχωρήσει, όχι μόνον από το μεγάλο πλήθος των θεατών αλλά και από τα «μπουλούκια» των «φιασμένων», τους χωρούς και το ξεφάντωμα της τελευταίας μέρας του γιορταστικού τριημέρου. Πρόκειται για τα «ραγκουτσάρια», όπως λέγονται στη Καστοριά τα Καρναβάλια»]. Ο Λουκάς Σιάνος, χρησιμοποιεί και αυτός προσδιοριστικά τον όρο καρναβάλι όπως και άλλοι καστοριανοί λόγιοι με προσδιοριστικό και μόνο χαρακτήρα.

Νίκος Δασκαλάκης (Κορησός Καστοριάς 1933;- ). γέννημα θρέμμα της Καστοριάς, φιλόλογος και συγγραφέας βιβλίων ιστορίας και λαογραφίας, έγκριτων τουριστικών οδηγών βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για το σπουδαίο λαογραφικό του έργο. Σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς που εξέδωσε για τη πόλη της Καστοριάς το εν λόγω έθιμο το ονομάζει «Ραγκουτσάρια». Τουριστικός Οδηγός Καστοριάς 1967 σ. 57 «Τα Ραγκουτσάρια», Τουριστικός Οδηγός Καστοριά 1982 σ. 95 «Τα Ραγκουτσάρια», Τουριστικός Οδηγός Καστοριάς 2007 σ. 99 «Τα Ραγκουτσάρια».

 Γεώργιος Δαμ. Μαυροβίτης (Καστοριά 1880;-1960;), Γέννημα θρέμμα της Καστοριάς, συμβολαιογράφος και ευεργέτης της Καστοριάς. Μαέστρος του καστοριανού γλωσσικού ιδιώματος και συνεργάτης των εφημερίδων «ΟΡΕΣΤΙΑΣ», «ΝΕΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑ» και «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ»  τη δεκ. του 1950, δημοσιεύοντας λαογραφικά ηθογραφικά κείμενα αξιοποιώντας το καστοριανό γλωσσικό ιδίωμα. Συνήθιζε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο ΤΖΩΡΤΖΙΟΣ, αποστέλλοντας το πολύτιμο υλικό του από τη Κουζιάνη δηλ. Κοζάνη, όπως σατιρικά έλεγε. Ο Γ. Μαυροβίτης στην εφημ. «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ» του Γ. Ιατρού, έτους 1958 δημοσιεύει ένα ηθογραφικό κείμενο με τίτλο «Ραγκουτσάρια του 1903» αξιοποιώντας το γλωσσικό ιδίωμα της Καστοριάς δημοσιεύοντας και ένα ερμηνευτικό γλωσσάρι. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στα ραγκουτσάρια αυτά ιγώ ήμουν κειφζιζής, πούηχα περάσει αρρώστεια τρανή. Φλουέντζα θαρρώ και με κρατούσεν ου μπαμπάς μου σπήτι στου τζάκι…» και συνεχίζει να περιγράφει και να ονοματίζει πρόσωπα από μια παλιά φωτογραφία που δημοσίευσε μαζί με το κείμενο. Συνεχίζει: «Πρώτη αράδα που πάνου είναι ου Νούμης της Γκαβουρίνας, ου Τζιώρτζιους του Ρέσσου, ου γετρός, ου Αργύρης του Μαυρουβίτη κι ου Τσιόλης του Γραμματικού. Με μανδύα σαν του Μελά, τσαπράζια που 3-4 ουκάδες, σιαμαρτόνες στη τρίχα και σαν γάλα άσπρες όπως κι οι παρακάτου οι τρανοί. Νείζγκιες μεταξουτές και τσαρούχια πρώτα με τρανές φούντες μαύρες… ου Πέτρος του Καραμπίνα, ου Ανδρέας τους Σιώτκα, ου Γιάννης του Δούκα του Σαχίνη του γετρού… Αυτά ήταν ραγκουτσιάρια τα παληά κι όχι τα σημερνά με σάμπες και ράμπες και τα ροκεντρόλ… ΤΖΙΩΡΤΖΙΟΣ, Κουζιάνη 20/12/1957» Άλλη μια σημαντική μαρτυρία για το δρώμενο των «ραγκουτσαριών», όπου με γλαφυρότητα και σατιρικό τρόπο αποτύπωσε ο αγαπητός ΤΖΩΡΤΖΙΟΣ.

Απόστολος Δ. Σαχίνης (1906-2000;), Γέννημα θρέμμα της Καστοριάς. Συγγραφέας ηθογραφικών, ιστορικών κειμένων, ερευνητής του καστοριανού γλωσσικού ιδιώματος, συλλογέας ιστορικών τεκμηρίων της Καστοριάς. Από τα πιο ενδιαφέροντα έργα του Α. Σαχίνη είναι το Καστοριανό Γλωσσάρι, το οποίο εκδόθηκε από την Καστοριανή Εστία το 1996. Ο Α. Σαχίνης παραθέτει διεξοδικά το εν λόγω δρώμενο, με διεξοδικότητα που ξεφεύγει των ορίων ενός απλού γλωσσαριού, δίνοντας μια λαογραφική διάσταση στη λέξη που προσπαθεί να ερμηνεύσει. Αναφέρει στη σ. 130:[«Ραγκουτσάργια (τα) {η ρογκατσιάρια} (λατ. λ.)}. Τα καστοριανά καρναβάλια στις 6,7 και 8 Ιανουαρίου. Η λέξη προέρχεται από τη βυζαντινή κληρονομιά, που άφησε το Βυζάντιο… Όσοι μάζευαν ¨ρόγες¨ και ήταν τα παιδιά και οι έφηβοι της Καστοριάς και της περιφέρειάς της, ντυμένα με τις τοπικές ενδυμασίες τους (σιαγιάκι-μανδύο-τσαρούχια)… οι ¨ρογκατσαραίοι¨ διατήρησαν την αίγλη της παλικαροσύνης και τα παλαιά καρναβάλια της Καστοριάς κράτησαν το όνομά τους, με μια ελαφρά παραποίηση ¨ραγκουτσάρια¨ τα είπαν και ντύνονταν την ενδυμασία τους δηλ. το σιαγιάκινο μανδύο με τις σιαμαρτόνες, τα τσαρούχια και την μπαμπαρούσα»].

      Είναι προφανές ότι όσοι αμφισβητούν όλους τους παραπάνω εκλεκτούς συμπολίτες μας, που κατέγραψαν και δημοσίευσαν τα βιώματα και τις εμπειρίες τους, ούτε γνώστες της ιστορίας είναι αλλά ούτε και πραγματικοί καστοριανοί. Βέβαια, στη δική μας περίπτωση έχουμε να αντιμετωπίσουμε τη σλαβομακεδονική προπαγάνδα της FYROM, η οποία θέλει να αναιρέσει την ταυτότητα των ελληνικών δρώμενων και εθιμικών επιτελέσεων. Οι παραπάνω αναφορές ας αποτελέσουν μια σφύρα και έναν άκμονα για όσους ειρωνεύονται και δυσφημούν τη πολιτιστική κληρονομιά της Καστοριάς.

Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΡΩΜΕΝΟΥ

      Ήδη από τις αρχές του 20ου αι. ξενικά στοιχεία και επιρροές, άρχισαν να ενσωματώνονται στα μπουλούκια των «ραγκουτσαριών» μέχρι την τελική τους… εξουδετέρωση. Οι ηρωικοί ραγκουτσαραίοι με τις φουστανέλες και τα σπαθιά, άρχισαν να βλέπουν μια παράξενη εισβολή στα μπουλούκια τους. Μάσκες βενετσιάνικες, προσωπεία, στολές, καπέλα ευρωπαϊκά, ένας «κόμης αυστριακός που περιηγείται πεζός!», ο οποίος ως σήμερα διασώθηκε από τον χρόνο χάρη στον φακό του Λεωνίδα Παπάζογλου και το αρχείο του αείμνηστου Γιώργου Κολομπία. Η αιτία; Οι καστοριανοί έμποροι γουναράδες βέβαια, οι οποίοι με τα περίφημα γουναρικά τους δημιούργησαν παροικίες σε όλο τον αναπτυγμένο Δυτικό κόσμο εκείνης της εποχής, μεταφέροντας μαζί με τα πουγκιά και τις λίρες τους, την κουλτούρα των μερών που επισκέπτονταν. Αυτό οδήγησε σταδιακά με αποκορύφωμα τη δεκ. του 1930 σε μια νέα πραγματικότητα, η οποία βίαια και νομοτελειακά άρχισε να παραγκωνίζει του καναγκιουρίσιους καστοριανούς ρογκουτσιάριδες και στη θέση τους να τοποθετεί αρλεκίνους, καουμπόηδες, ενδυμασίες ζώων κα. Η ονομασία ραγκουτσάρια ξεκινά να εναλλάσσεται με τον όρο καρναβάλι, άλλοτε μεμονωμένα και με μονομερή τρόπο, άλλοτε ως προσδιορισμό της μιας προς την άλλη π.χ. «τα καρναβάλια της Καστοριάς, τα ραγκουτσάρια» ή «τα ραγκουτσάρια, τα καρναβάλια της Καστοριάς». Τη δεκ. του 1950 η αλλοίωση του δρώμενου μεγιστοποιείται, καθώς πέραν των ξενικών στοιχείων που έχουν σχεδόν εξαφανίσει την παλαιά αμφίεση και επιτέλεση του εθίμου, εισρέουν και συμμετέχουν στο έθιμο νέοι πληθυσμοί από τα περίχωρα της Καστοριάς και άλλες επαρχιακές πόλεις λόγω της εργασιακής ενασχόλησης με τη γουνοποιία και την μόνιμη εγκατάστασή τους στο άστυ της Καστοριάς. Όλοι αυτοί πληθυσμοί αθροιστικά διαμορφώνουν μια υπερτοπική κουλτούρα, η οποία είναι οικία για αυτούς με τον όρο «καρναβάλι». Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η κοινωφελής δράση των ραγκουτσαραίων να συντηρούν τις Ενορίες τους διεκόπη μοιραία με την απρόσκοπτη εισαγωγή όλων των παραπάνω ξενικών στοιχείων, διεκόπη επίσης και η επαφή τους με την Εκκλησία και τον εκάστοτε μητροπολίτη της Επισκοπής, διαμορφώνοντας μιας «ψυχροπολεμική» σχέση, η οποία θύμιζε περισσότερο τα πρώτα χρόνια διωγμού του παγανισμού και της ειδωλολατρίας από την Ορθόδοξη Εκκλησία των ρωμαϊκών χρόνων. Οι δεκαετίες του 1960-1980, εξαφάνισαν οτιδήποτε θύμιζε το παλαιό έθιμο. Μεγάλη ποικιλία αμφιέσεων, πολλές κουλτούρες αναμεμειγμένες σε μια, δημιουργούν μια πρώιμη ομογενοποίηση για όλα αυτά που βιώνουμε σήμερα στο εν λόγω δρώμενο εν έτη 2015. Ο όρος ραγκουτσάρια τείνει να εξαφανιστεί, και οι νεότεροι προσπαθούν να βρουν τις ρίζες τους, οι παλαιότεροι προσπαθούν να θυμηθούν, πως τελούνταν το πραγματικό έθιμο. Σε όλα αυτά αργότερα προστέθηκε και η προπαγάνδα της FYROM, επιχειρώντας να εκμεταλλευτεί την υπερτοπική διαμορφωθείσα αστική κουλτούρα της Καστοριάς, ώστε να προωθήσει τα σλαβομακεδονικά της προπαγανδιστικά εθνικά συμφέροντα. Οι τοπικές αρχές αυτοδιοίκησης τη δεκ του 1980, άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι αυτό που χαρακτήριζε το καστοριανό έθιμο μεταμφιέσεως του Δωδεκαημέρου, τείνει να εξαφανιστεί και ξεκίνησαν προσπάθειες για την ανασύστασή του, επιχειρώντας να καθιερωθεί ένα είδος brandname, το οποίο να διαφυλάσσει τη μοναδικότητα του εθίμου σε σχέση με άλλες περιοχές, όπως π.χ. το καρναβάλι της Πάτρας.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΔΡΩΜΕΝΟΥ

      Αν επιχειρούσαμε να προσωποποιήσουμε το δρώμενο των «ραγκουτσαριών», θα λέγαμε ότι το σώμα του είναι η λεβέντικη ευζωνική φορεσιά, με την φουστανέλα και τα τσαρούχια και η ψυχή του το δημοτικό τραγούδι της Καστοριάς. Η μουσική που συνόδευε τα μπουλούκια στα σπίτια και τα μαγαζιά της Καστοριάς, η οποία και αυτή δεν κατάφερε να επιβιώσει στον πανδαμάτορα χρόνο και τις βίαιες μεταβολές του. Ως τις αρχές του 1900, τα κύρια όργανα της μουσικής επιτέλεσης των ραγκουτσαριών ήταν τα νταούλια, οι ζουρνάδες και τα βγελιά δηλ. τα βιολιά, τα οποία όμως σταδιακά άρχισαν αν συνυπάρχουν με τα χάλκινα πνευστά, τα οποία ήδη από τα μέσα του 19ου αι. εισάγονται στις μπάντες των αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τις ανταλλαγές των πληθυσμών του 1924, οι τουρκόγυφτοι μουσικοί με τους ζουρνάδες και τα νταούλια τους, αποχωρούν από τη Καστοριά, αφήνοντας ένα μεγάλο κενό δυσαναπλήρωτο, το οποίο μπολιάστηκε από της φημισμένες κομπανίες χάλκινων του Μπήτα από τη Κλεισούρα και του Νίκου Αδαμόπουλου από το Άργος Ορεστικό. Τη δεκ. του 1930, στις συνεστιάσεις των μεταμφιεσμένων συνυπάρχουν αμφότερα δυο πρωτόγνωρα στοιχεία. Από τη μια τα ευρωπαϊκά τραγούδια βαλς, ταγκο κλπ, από την άλλη παραδοσιακά της Καστοριάς σε ένα περίεργο μοναδικό συνονθύλευμα. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν τη δεκ  του 1950 και έπειτα, οι πληθυσμιακές μεταβολές του άστυ, θα εμπλουτίσουν το δρώμενο με νέους μουσικούς από τα περίχωρα της Καστοριάς, οι οποίοι καλούνται να επιτελέσουν μια μεγάλη ποικιλία μουσικών επιρροών π.χ. ηπειρώτικα, καστοριανά, βλαχικά κλπ. Όμως η μεγάλη μεταβολή στη μουσική, θα αρχίσει να συντελείται με την εισαγωγή νέων μουσικών ακουσμάτων από τη Σερβία, όπου μέσω του κινηματογράφου και της δισκογραφίας άρχισαν να αποκτούν επιρροή στο ευρύ κοινό, ιδιαίτερα της Βορείου Ελλάδος. Η εισαγωγή σέρβων και σκοπιανών μουσικών στο έθιμο μεταμφίεσης της Καστοριάς, θα συντελεστεί αρχικά με τη συμβολή μουσικών από τη Γουμένισσα του Κιλκίς, οι οποίοι προκειμένου να ενισχύσουν τις δικές τους κομπανίες τους παίρνουν μαζί τους. Η εξοικείωση των βαλκάνιων μουσικών με τη Καστοριά, θα τους ωθήσει να αυτονομηθούν από τους μουσικούς της Γουμένισσας και να εισάγουν στη Καστοριάς ολόκληρες μπάντες χάλκινων, μεταφέροντας μια εντελώς νέα κουλτούρα στα ακούσματα των καστοριανών, τα οποία έγιναν αποδεκτά καθιερώνοντας ένα νέο μουσικό status quo, το οποίο σήμερα είναι κυρίαρχο. Οι σέρβοι και σκοπιανοί μουσικοί με τις μπάντες τους, έχουν καλλιεργήσει ένα είδος βαλκανικού jazz, το οποίο αποτελείται από βαλκανική παραδοσιακή μουσική, με στοιχεία μπιτ και φανκ μουσικής με έντονο το χαρακτήρα του αυτοσχεδιασμού.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

      Είναι καιρός και επιτακτική ανάγκη, να ξεκινήσει μια προσπάθεια ενημέρωσης των πολιτών και των πολιτιστικών Συλλόγων, ώστε να λάβουν γνώση σχετικά με το πραγματικό έθιμο των ραγκουτσαριών, ώστε να γίνουν εν καιρώ πρέπουσες ενέργειες για την ορθή αποκατάστασή του στην ελληνική λαϊκή βάση, όπως αυτό διατηρήθηκε ανά τους αιώνες στο άστυ της Καστοριάς. Η σωστή πληροφόρηση και ενημέρωση, θα λειτουργήσει δραστικά ενάντια στην προσπάθεια του πανσλαβισμού που επιχειρείται εντός και εκτός της Καστοριάς από κέντρα και πυρήνες ξένων εθνικών συμφερόντων εις βάρος των ελλήνων και της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Θα πρέπει ο Δήμος και η Αντιπεριφέρεια της Καστοριάς, να προγραμματίσουν από κοινού σχεδιασμό δράσεων για την προστασία του εθίμου και τον σωστό προσδιορισμό του δίνοντας κίνητρα σε φορείς και ερευνητές να καταγράψουν και προβάλλουν την ιστορία αιώνων που το συνδέει με την Καστοριά και του κατοίκους της. Θα ήταν ευχής έργον τα σημερινά μπουλούκια, να διαθέσουν μια μέρα γλεντικής επιτέλεσης στη συγκέντρωση φιλοδορημάτων για ένα κοινωφελή σκοπό, όπως έκαναν και οι πρόγονοί τους ραγκουτσάρηδες. Η μελέτη της ιστορίας, θα μας ωθήσει περισσότερο να αγαπήσουμε τον τόπο μας και να εκτιμήσουμε την μοναδικότητά και ομορφιά του.

Ιωάννη Μ. Τσακιρίδη

Μουσικολόγος του Ελληνικού Λαϊκού Πολιτισμού

Πρόεδρος της Ακαδημίας Γραμμάτων & Τεχνών Καστοριάς «Θωμάς Μανδακάσης»

Πηγή

 

 

 

 

Διαβάστηκε 1559 φορές